Κάθε φορά που η ανθρωπότητα συναντά κάτι απρόσμενο (μια νέα τεχνολογία, μια άγνωστη περιοχή, μια πρωτόγνωρη έννοια κ.λπ.) τα πράγματα δεν είναι ποτέ εύκολα. Το καινούργιο μάς είναι άβολο, απρόσωπο και ξένο. Χρειαζόμαστε αρκετό καιρό για να συνηθίσουμε στην ιδέα πως υπάρχει, να κατανοήσουμε την πραγματική του φύση και να το ενσωματώσουμε στη ζωή μας.
Αυτή η μακριά και επίπονη προσπάθεια ξεκινάει πάντοτε από τις λέξεις. Αφού δεν ξέρουμε τι πραγματικά είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, φροντίζουμε να το παντρέψουμε με αυτό που ήδη γνωρίζουμε. Για παράδειγμα, όσοι είδαν για πρώτη φορά ποδόσφαιρο θεώρησαν πως ήταν απλώς ένα παιγνίδι που παίζεται με μια μπάλα και τα πόδια μας. Γι' αυτό και του έδωσαν ένα αντίστοιχο όνομα. Με την πάροδο του χρόνου βέβαια, έγινε φανερό πως το ποδόσφαιρό έχει και άλλες, πολύ πιο δυσνόητες, πλευρές (π.χ. αποτελεί μια τελετουργική μάχη στην οποία ταυτιζόμαστε με τη μια πλευρά και συμπάσχουμε με όσους κάνουν το ίδιο ή μια θεατρική παράσταση με άγνωστο τέλος). Το όνομα όμως παρέμεινε και θα υπάρχει πάντοτε για να μας θυμίζει πόσο επιφανειακή υπήρξε η πρώτη μας προσπάθεια να περιγράψουμε το δημοφιλέστερο άθλημα του κόσμου.
Αντίστοιχη μοίρα είχε στη γλώσσα μας και ο Κυβερνοχώρος. Η αγγλική λέξη (cyberspace) έχει αρκετά περιπετειώδη καταγωγή (πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον William Gibson στο "Burning Chrome") και αρχικά μεταφράστηκε στα ελληνικά κατά λέξη (Κυβερνοδιάστημα). Η λέξη διάστημα όμως προκαλούσε άλλους συνειρμούς (αστέρια, πλανήτες κ.λπ.) και γι' αυτό αντικαταστάθηκε σύντομα από την πολύ πιο γενική λέξη "χώρος".
Κυβερνοχώρος λοιπόν είναι ο χώρος που δημιουργείται χάρη στην επιστήμη της Κυβερνητικής (της επικοινωνίας μεταξύ μηχανικών και ηλεκτρονικών συσκευών). Για να υπάρξει όμως οποιασδήποτε μορφής χώρος απαιτούνται σταθερά σημεία αναφοράς ενώ ο κυβερνοχώρος στερείται διαστάσεων, σαφώς καθορισμένων ορίων και αμετακίνητων σημείων προσανατολισμού. Το μόνο βέβαιο σημείο αναφοράς μέσα σε αυτόν είναι ο άνθρωπος και οι πράξεις του. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ορίσουμε τον κυβερνοχώρο ως το σύνολο των, αποτυπωμένων σε μαγνητικό υλικό, ανθρώπινων πράξεων.
Σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, τα μηνύματα που ανταλλάσσουμε μέσω Η/Υ αποτελούν τμήμα του κυβερνοχώρου, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τις web σελίδες ή τα άλλα αρχεία που τοποθετούμε στο Internet ή στο σκληρό μας δίσκο. Ο κυβερνοχώρος όμως δεν τελειώνει εκεί. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλα τα παραπάνω αποτελούν απλώς την ορατή πλευρά του, μια και συνιστούν την ενσυνείδητη αποτύπωση σε ηλεκτρονική μορφή σκέψεων ή πράξεων που προορίζονται για μελλοντική αξιοποίηση από άλλους ανθρώπους (παραλήπτες μηνυμάτων, αναγνώστες αρχείων, χρήστες μιας βάσης δεδομένων κ.λπ.) ή από εμάς τους ίδιους (ημερολόγια, κείμενα ή πληροφορίες που καταγράφηκαν για μελλοντική επεξεργασία κ.λπ.).
Μέρος του κυβερνοχώρου όμως αποτελεί και η αποτύπωση σε χώρους λίγο έως πολύ άγνωστους σ' εμάς των καταλοίπων που αφήνουν οι πράξεις ή οι παραλείψεις μας. Αόρατη, πρωτεϊκή και μυστηριώδης, αυτή η πλευρά του κυβερνοχώρου έχει τεράστια έκταση και μέχρι σήμερα κανείς εξερευνητής ή χαρτογράφος δεν έχει τολμήσει να την περιγράψει ή να χαράξει τα σύνορά της.
Την αποκαλούμε αόρατη γιατί πολύ λίγα από τα μέρη της είναι προσβάσιμα από εμάς. Η cache του browser μας για παράδειγμα περιέχει τις web σελίδες που επισκεφθήκαμε στο πρόσφατο παρελθόν. Αποτελεί λοιπόν - για όσους γνωρίζουν που να ψάξουν - ένα αρκετά ακριβές ημερολόγιο των σελίδων που επισκεφθήκαμε, αποκαλύπτοντας τα θέματα που μας απασχόλησαν, το χρόνο που τους αφιερώσαμε και τις ενέργειες (επιλογές άλλων σελίδων, αγορές κ.λπ.) στις οποίες μας ώθησαν.
Το επίθετο "μυστηριώδης" δίδεται στην άλλη πλευρά του κυβερνοχώρου καθώς κανείς δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει το περιεχόμενό της. Για παράδειγμα, κάθε προμηθευτής υπηρεσιών Internet (ISP), κάθε ηλεκτρονικό κατάστημα και κάθε web site καταγράφουν συνεχώς στα log files τους αναρίθμητες πληροφορίες για τις κινήσεις μας στο δικό τους τμήμα του δικτύου. Μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν ποια στοιχεία συλλέγονται, σε ποιες βάσεις δεδομένων καταχωρούνται και πώς χρησιμοποιούνται.
Τέλος, η άλλη πλευρά του κυβερνοχώρου δικαιούται, και με το παραπάνω, τον χαρακτηρισμό πρωτεϊκή. Όπως ο Πρωτέας, ο θεός που μπορούσε να αλλάξει άπειρες μορφές, έτσι και ο κυβερνοχώρος αλλάζει συνεχώς έκταση, βάθος και υφή. Παλαιά στοιχεία διαγράφονται για να δώσουν τη θέση τους σε καινούργια, νέες ιδέες και τεχνολογίες επιτρέπουν την καταγραφή περισσότερων δεδομένων και καινούργιες ευκαιρίες δίδονται στους χρήστες για να γνωρίσουν τις άγνωστες πλευρές του κυβερνοχώρου και να μάθουν πως να κρύβουν, να τροποποιούν ή να προβάλλουν τα ίχνη τους.
Για έναν υπολογιστή ο οποίος δεν είναι συνδεδεμένος σε κάποιο δίκτυο, ο κυβερνοχώρος (ορατός και αφανής) είναι ατομικός και εύκολα ελέγξιμος. Μπορούμε να τον ρυθμίσουμε έτσι ώστε να έχουμε αποκλειστική πρόσβαση στο περιεχόμενό του και μπορούμε, αν έχουμε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις, να εξαφανίσουμε τα ίχνη των πράξεών μας μέσα σε αυτόν (π.χ. διαγράφοντας αρχεία ή registry remarks με τρόπο που να είναι αδύνατη η επαναφορά τους).
Δυστυχώς όμως, ο ατομικός κυβερνοχώρος έχει πολύ μικρή έκταση. Γι' αυτό, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να "αποικίσουν" τον παγκόσμιο κυβερνοχώρο συνδέοντας τον προσωπικό υπολογιστή τους με πολλούς άλλους. Γίνονται λοιπόν μέλη μιας ευρύτερης κοινότητας και, όπως συμβαίνει σε όλες τις κοινότητες, οι πράξεις και οι παραλήψεις τους αρχίζουν να επηρεάζουν τους γύρω τους και να επηρεάζονται από αυτούς. Γι' αυτό και στις μέρες μας, ένα από τα δημοφιλέστερα αντικείμενα συζήτησης μεταξύ των χρηστών του Internet είναι τα όρια της εξουσίας της δικτυακής κοινότητας στα μέλη της και οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών.
Eίναι ακόμη πολύ νωρίς για να προβλέψουμε ποιοι γραπτοί και άγραφοι νόμοι και κανόνες συμπεριφοράς θα καθιερωθούν στο Internet και τα άλλα τμήματα του κυβερνοχώρου. Ούτε και μπορούμε να φανταστούμε ποιες μέθοδοι θα χρησιμοποιηθούν για την εφαρμογή τους ή ποιες ποινές θα επιβάλλονται στους παραβάτες (κάποιας μορφής κυβερνοεξορία ίσως;)
Πάντως, η πρόσφατη μόδα ταινιών με θέμα την περιπλάνηση στον κυβερνοχώρο (Matrix, 13ο πάτωμα κ.λπ.) δείχνει πως το κοινό αρχίζει να αντιλαμβάνεται τόσο τις δυνατότητες όσο και τους κινδύνους που συνοδεύουν την επέκταση του κυβερνοχώρου σε όλο και περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ας ελπίσουμε πως, όπως οι κινηματογραφικές παραγωγές με αντικείμενο τον πυρηνικό όλεθρο (Mad Max, Η επόμενη μέρα κ.λπ.) βοήθησαν στην κατανόηση ενός από τα καίρια προβλήματα της εποχής του ψυχρού πολέμου, έτσι και η πρόσφατη ενασχόληση με τον κυβερνοχώρο θα μας βοηθήσει να προστατευτούμε από τους, άγνωστους ακόμη, κινδύνους που δημιουργούν τα ίδια τα δημιουργήματά μας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα internet. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα internet. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007
Ο Μάριος
Ώσπου ήλθε η δεκαετία του ’60 κι έφερε την επανάσταση στους άντρες. Μακρυμάλληδες, χίπη, μουσάτοι, ήταν οι δήμιοι των παλιών μπαρμπέρηδων. Πόσα και πόσα κουρεία δεν έκλεισαν αυτή τη 10ετία. Ακόμη και ως τα τέλη της 10ετίας του 1970. Τα μπαρμπεράκια άφηναν το ένα μετά το άλλο το ψαλίδι, το ξυράφι, τη μηχανή και την τσατσάρα και έκαναν οτιδήποτε άλλο επάγγελμα για να επιβιώσουν.
Στη συνέχεια στις δεκαετίες του 1980-1990, άνθισαν τα κομμωτήρια ανδρικά και γυναικεία. «Φτάσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε μία πόλη 23000 κατοίκων να λειτουργούν περίπου 40 επίσημα κομμωτήρια κι άλλα τόσα ανεπίσημα. Πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός».
Τα κουρεία έως τότε έφθιναν. Οι παλιοί κουρείς ένας - ένας έβγαιναν στην σύνταξη. Ένας – δύο έμειναν και κάποιο νέοι τότε, που συνέχιζαν την οικογενειακή παράδοση.
Ο Μάριος είχε πάρει από μικρός την απόφασή του. «Εγώ θα γίνω κουρέας», έλεγε στην οικογένεια και στους φίλους του.
Σε όσους τον απέτρεπαν να ασχοληθεί με την κομμωτική τόνιζε ότι του αρέσει το ψαλιδάκι και η τσατσάρα.
Μεγάλωσε παίζοντας στην πλατεία του Αγίου Ισιδώρου. Ερασιτέχνης ακόμη, όταν έβρισκε την ευκαιρία, έβαζε κάτω τους φίλους του και τους περιποιόταν το μαλλί. «Είχα πολλές και καλές παρέες. Ξέρω ότι αφενός τους περιποιόμουν, κι αφετέρου μάθαινα».
Μετά το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, δεν υπήρχε άλλος δρόμος για εκείνον. Κομμωτική. Σχολή Μαθητείας του ΟΑΕΔ. Πήγε το 1999 και πήρε πτυχίο το 2002. "Από την πρώτη στιγμή το ξεκαθάρισα στους δασκάλους ότι δεν με ενδιαφέρει η κομμωτική, αλλά στόχος μου είναι το ανδρικό κουρείο".
Τρία χρόνια στη σχολή, δεν έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις. «Αν εξαιρέσουμε κάποια πρόσωπα που έδειχναν ενδιαφέρον να μας μάθουν τη δουλειά, μεμονωμένα κι ατομικά, δεν θα έλεγα ότι τότε τουλάχιστον υπήρχε ακόμη στη σχολή η αναγκαία υποδομή και το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα για να βγει κανείς από εκεί καλός κομμωτής ή κουρέας. Την δουλειά κυρίως την μάθαμε στα κομμωτήρια και τα κουρεία που δουλέψαμε για την υποχρεωτική πρακτική εξάσκηση και την εξασφάλιση των απαραίτητων ενσήμων, που θα μας έδιναν την δυνατότητα μετά την αποφοίτηση να αποκτήσουμε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος κι άδεια λειτουργίας καταστήματος, μαζί με την απαραίτητη χρονική εμπειρία που προβλέπουν οι νόμοι».
Βέβαια, όπως ομολογεί κι ο ίδιος, σαν νεαρός τότε, ήταν αρκετά ζωηρός, του άρεσαν οι πλάκες, αντιδρούσε έντονα και πολλές φορές έφερνε τους δασκάλους και τη διοίκηση σε δύσκολη θέση.
Ο Μάριος είχε βάλει στόχο να ανοίξει κουρείο κι αυτό έκανε. Σύγχρονος άνθρωπος, μοντέρνος νέος. Σε ποιους απευθύνεται ηλικιακά; «Σε όλους. Από τα μικρά παιδιά έως τους ηλικιωμένους. Μόνο ξύρισμα δεν κάνω. Το ξυράφι δεν με ελκύει. Άλλωστε πλέον δεν συμφέρει αφενός να χάνεις ώρα για ένα ξύρισμα που κοστίζει ελάχιστα, αφετέρου όμως ποιος ξυρίζεται πια στο κουρείο;»
Εκείνο που κράτησε ιδιαίτερα ως μάθημα απ’ τη σχολή είναι η προσωπογραφία. "Μάθαμε τι κούρεμα να προτείνουμε στον κάθε πελάτη, τι χτένισμα, τι χρώμα μαλλιών ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, το χρώμα της επιδερμίδας και των ματιών, την προσωπικότητα του κάθε πελάτη ξεχωριστά.
Στη συνέχεια στις δεκαετίες του 1980-1990, άνθισαν τα κομμωτήρια ανδρικά και γυναικεία. «Φτάσαμε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 σε μία πόλη 23000 κατοίκων να λειτουργούν περίπου 40 επίσημα κομμωτήρια κι άλλα τόσα ανεπίσημα. Πολύ μεγάλος, τεράστιος αριθμός».
Τα κουρεία έως τότε έφθιναν. Οι παλιοί κουρείς ένας - ένας έβγαιναν στην σύνταξη. Ένας – δύο έμειναν και κάποιο νέοι τότε, που συνέχιζαν την οικογενειακή παράδοση.
Ο Μάριος είχε πάρει από μικρός την απόφασή του. «Εγώ θα γίνω κουρέας», έλεγε στην οικογένεια και στους φίλους του.
Σε όσους τον απέτρεπαν να ασχοληθεί με την κομμωτική τόνιζε ότι του αρέσει το ψαλιδάκι και η τσατσάρα.
Μεγάλωσε παίζοντας στην πλατεία του Αγίου Ισιδώρου. Ερασιτέχνης ακόμη, όταν έβρισκε την ευκαιρία, έβαζε κάτω τους φίλους του και τους περιποιόταν το μαλλί. «Είχα πολλές και καλές παρέες. Ξέρω ότι αφενός τους περιποιόμουν, κι αφετέρου μάθαινα».
Μετά το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, δεν υπήρχε άλλος δρόμος για εκείνον. Κομμωτική. Σχολή Μαθητείας του ΟΑΕΔ. Πήγε το 1999 και πήρε πτυχίο το 2002. "Από την πρώτη στιγμή το ξεκαθάρισα στους δασκάλους ότι δεν με ενδιαφέρει η κομμωτική, αλλά στόχος μου είναι το ανδρικό κουρείο".
Τρία χρόνια στη σχολή, δεν έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις. «Αν εξαιρέσουμε κάποια πρόσωπα που έδειχναν ενδιαφέρον να μας μάθουν τη δουλειά, μεμονωμένα κι ατομικά, δεν θα έλεγα ότι τότε τουλάχιστον υπήρχε ακόμη στη σχολή η αναγκαία υποδομή και το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα για να βγει κανείς από εκεί καλός κομμωτής ή κουρέας. Την δουλειά κυρίως την μάθαμε στα κομμωτήρια και τα κουρεία που δουλέψαμε για την υποχρεωτική πρακτική εξάσκηση και την εξασφάλιση των απαραίτητων ενσήμων, που θα μας έδιναν την δυνατότητα μετά την αποφοίτηση να αποκτήσουμε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος κι άδεια λειτουργίας καταστήματος, μαζί με την απαραίτητη χρονική εμπειρία που προβλέπουν οι νόμοι».
Βέβαια, όπως ομολογεί κι ο ίδιος, σαν νεαρός τότε, ήταν αρκετά ζωηρός, του άρεσαν οι πλάκες, αντιδρούσε έντονα και πολλές φορές έφερνε τους δασκάλους και τη διοίκηση σε δύσκολη θέση.
Ο Μάριος είχε βάλει στόχο να ανοίξει κουρείο κι αυτό έκανε. Σύγχρονος άνθρωπος, μοντέρνος νέος. Σε ποιους απευθύνεται ηλικιακά; «Σε όλους. Από τα μικρά παιδιά έως τους ηλικιωμένους. Μόνο ξύρισμα δεν κάνω. Το ξυράφι δεν με ελκύει. Άλλωστε πλέον δεν συμφέρει αφενός να χάνεις ώρα για ένα ξύρισμα που κοστίζει ελάχιστα, αφετέρου όμως ποιος ξυρίζεται πια στο κουρείο;»
Εκείνο που κράτησε ιδιαίτερα ως μάθημα απ’ τη σχολή είναι η προσωπογραφία. "Μάθαμε τι κούρεμα να προτείνουμε στον κάθε πελάτη, τι χτένισμα, τι χρώμα μαλλιών ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, το χρώμα της επιδερμίδας και των ματιών, την προσωπικότητα του κάθε πελάτη ξεχωριστά.
τραγούδια της τάβλας
Μεταξύ άλλων στο χωριό υπηρέτησαν οι δάσκαλοι: Ιούλιος Αγγελίδης, Όλγα Κακιάδου, Γεώργιος Καρβέλας, Αλίκη Ελευθεριώτου, Παναγιώτης Ξανθόπουλος, Πηνελόπη Κάργα, Σωτήριος Φραγκόπουλος, Γεώργιος Αγαλιανός, Ευστράτιος Τσαντήλας, Ιουλία Αδαμίδου κ.ά.
Εδώ λοιπόν εγκαταστάθηκαν 556 πρόσφυγες από το Ρεΐσντερε (Ρεΐς-Ντερέ ή Ρεΐς-Δερέ, στα τούρκικα: Reisdere) του Τσεσμέ (Κρήνης) της χερσονήσου της Ερυθραίας της Μικρασίας. Οι πρόσφυγες, που βρέθηκαν σε μια ξένη πατρίδα, αγωνίστηκαν σκληρά για την επιβίωσή τους και την έκαναν τελικά δική τους. Δάμασαν την γη, έδωσαν και πήραν πολιτισμό, πρόκοψαν.
Μια πλήρης “κομπανία” στην Αγιάσο αποτελείται από 6 όργανα: βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, τρομπόνι, μπάσο και κορνέτα. Παράλληλα υπάρχουν και μεμονωμένοι “μουζικάντες” που παίζουν ζουρνά και νταούλι. Στις αρχές του αιώνα γύρω στο 1916 – 17, εισάγεται η λατέρνα από τη Σμύρνη, ενώ λίγο αργότερα έρχεται το μαντολίνο και η κιθάρα για τους ερασιτέχνες που κάνουν καντάδα στην αγαπημένη τους. Μαντολίνο όμως μαθαίνουν και πολλές κοπέλες από εύπορες οικογένειες. Μετά τον πόλεμο μπαίνει και το μπουζούκι, το οποίοι παίρνει στην ορχήστρα τη θέση του σαντουριού.
Οι Αγιασώτες δεν τραγουδούν πάνω στο χορό. Τραγουδούν τραγούδια της τάβλας, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια ή σκοπούς περιπατητικούς που παίζονται από την κομπανία στην πατινάδα της Κυριακής ή συνοδεύοντας τη νύφη στην εκκλησία ή το νεκρό στην τελευταία του κατοικία, με ανάλογο βέβαια πάντα περιεχόμενο.
Ως προς την προέλευση, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους Λεσβιακούς από τους Μικρασιάτικους σκοπούς. Λέσβος και Μικρασιατική ακτή θεωρούνταν ένα και το αυτό, η επαφή ήταν συνεχής οι μουσικοί ταξίδευαν συχνά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Γνωστοί σκοποί το ζεϊμπέκικο του Αϊβαλιού, το Σμυρνέικο, το Περγαμηνό. Οι πιο δημοφιλείς σκοποί όμως, που θεωρούνται και οι εθνικοί ύμνοι της Λέσβου, είναι τα “Ξύλα”, συρτό προερχόμενο μάλλον από τουρκικό εμβατήριο και ο “κιόρογλου”, ρυθμός 5/8, που παίζεται κυρίως στη γιορτή του Προφήτη Ηλία.
Παράλληλα όμως με τους ντόπιους σκοπούς έχουμε και τους ευρωπαϊκούς.
Οι “μουζικάντες” κλείνονταν από ιδιώτες είτε εκ των προτέρων για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π. είτε αυθόρμητα σε στιγμές κεφιού είτε τις Κυριακές και γιορτές. Στις μεγάλες γιορτές τους έκλειναν τα μεγάλα καφενεία. Το “Αναγνωστήριο”, το πνευματικό κέντρο της Αγιάσου, τους έκλεινε όταν έκανε τις χοροεσπερίδες του και οι συντεχνίες όταν γιόρταζαν τον προστάτη τους Άγιο.
Η αμοιβή τους άλλοτε συμφωνούνταν προκαταβολικά, συνήθως με τα μεγάλα καφενεία, τη συμπλήρωνε δε η “χαρτούρα” που έριχναν οι παρέες στο σαντούρι.
Στις χοροεσπερίδες δεν συνηθιζόταν “χαρτούρα”, αλλά γινόταν συμφωνία από πριν. Στους γάμους κ.λ.π. όπου το κέρδος ήταν δεδομένο, δεν προηγούνταν συμφωνία. Συνήθως προτιμούσαν τα πιο γενναιόδωρα σπίτια.
Οι μουζικάντες ήταν περιζήτητοι και το κύρος τους μεγάλο, δεδομένης της σημαντικής θέσης που καταλάμβαναν στη ζωή των Αγιασωτών ο χορός και η μουσική. Απ’ το πρωί που έβγαιναν στο δρόμο είχαν δουλειά, που ξεκινούσε συνήθως από τα καφενεία της αγοράς για να καταλήξει συχνά στο σπίτι του Αγιασώτη που “είχε” τη μουσική ή αντίστροφα. Τις γιορτινές μέρες δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Οι παλιοί μουζικάντες έπιναν πολύ και κάποιοι πέθαναν αλκοολικοί. Οι νεότεροι έπιναν λίγο, έτσι για να έρθουν στο κέφι, όπως λένε οι ίδιοι.
Εδώ λοιπόν εγκαταστάθηκαν 556 πρόσφυγες από το Ρεΐσντερε (Ρεΐς-Ντερέ ή Ρεΐς-Δερέ, στα τούρκικα: Reisdere) του Τσεσμέ (Κρήνης) της χερσονήσου της Ερυθραίας της Μικρασίας. Οι πρόσφυγες, που βρέθηκαν σε μια ξένη πατρίδα, αγωνίστηκαν σκληρά για την επιβίωσή τους και την έκαναν τελικά δική τους. Δάμασαν την γη, έδωσαν και πήραν πολιτισμό, πρόκοψαν.
Μια πλήρης “κομπανία” στην Αγιάσο αποτελείται από 6 όργανα: βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, τρομπόνι, μπάσο και κορνέτα. Παράλληλα υπάρχουν και μεμονωμένοι “μουζικάντες” που παίζουν ζουρνά και νταούλι. Στις αρχές του αιώνα γύρω στο 1916 – 17, εισάγεται η λατέρνα από τη Σμύρνη, ενώ λίγο αργότερα έρχεται το μαντολίνο και η κιθάρα για τους ερασιτέχνες που κάνουν καντάδα στην αγαπημένη τους. Μαντολίνο όμως μαθαίνουν και πολλές κοπέλες από εύπορες οικογένειες. Μετά τον πόλεμο μπαίνει και το μπουζούκι, το οποίοι παίρνει στην ορχήστρα τη θέση του σαντουριού.
Οι Αγιασώτες δεν τραγουδούν πάνω στο χορό. Τραγουδούν τραγούδια της τάβλας, σε γάμους, αρραβώνες, βαφτίσια ή σκοπούς περιπατητικούς που παίζονται από την κομπανία στην πατινάδα της Κυριακής ή συνοδεύοντας τη νύφη στην εκκλησία ή το νεκρό στην τελευταία του κατοικία, με ανάλογο βέβαια πάντα περιεχόμενο.
Ως προς την προέλευση, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους Λεσβιακούς από τους Μικρασιάτικους σκοπούς. Λέσβος και Μικρασιατική ακτή θεωρούνταν ένα και το αυτό, η επαφή ήταν συνεχής οι μουσικοί ταξίδευαν συχνά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Γνωστοί σκοποί το ζεϊμπέκικο του Αϊβαλιού, το Σμυρνέικο, το Περγαμηνό. Οι πιο δημοφιλείς σκοποί όμως, που θεωρούνται και οι εθνικοί ύμνοι της Λέσβου, είναι τα “Ξύλα”, συρτό προερχόμενο μάλλον από τουρκικό εμβατήριο και ο “κιόρογλου”, ρυθμός 5/8, που παίζεται κυρίως στη γιορτή του Προφήτη Ηλία.
Παράλληλα όμως με τους ντόπιους σκοπούς έχουμε και τους ευρωπαϊκούς.
Οι “μουζικάντες” κλείνονταν από ιδιώτες είτε εκ των προτέρων για γάμο, βαφτίσια κ.λ.π. είτε αυθόρμητα σε στιγμές κεφιού είτε τις Κυριακές και γιορτές. Στις μεγάλες γιορτές τους έκλειναν τα μεγάλα καφενεία. Το “Αναγνωστήριο”, το πνευματικό κέντρο της Αγιάσου, τους έκλεινε όταν έκανε τις χοροεσπερίδες του και οι συντεχνίες όταν γιόρταζαν τον προστάτη τους Άγιο.
Η αμοιβή τους άλλοτε συμφωνούνταν προκαταβολικά, συνήθως με τα μεγάλα καφενεία, τη συμπλήρωνε δε η “χαρτούρα” που έριχναν οι παρέες στο σαντούρι.
Στις χοροεσπερίδες δεν συνηθιζόταν “χαρτούρα”, αλλά γινόταν συμφωνία από πριν. Στους γάμους κ.λ.π. όπου το κέρδος ήταν δεδομένο, δεν προηγούνταν συμφωνία. Συνήθως προτιμούσαν τα πιο γενναιόδωρα σπίτια.
Οι μουζικάντες ήταν περιζήτητοι και το κύρος τους μεγάλο, δεδομένης της σημαντικής θέσης που καταλάμβαναν στη ζωή των Αγιασωτών ο χορός και η μουσική. Απ’ το πρωί που έβγαιναν στο δρόμο είχαν δουλειά, που ξεκινούσε συνήθως από τα καφενεία της αγοράς για να καταλήξει συχνά στο σπίτι του Αγιασώτη που “είχε” τη μουσική ή αντίστροφα. Τις γιορτινές μέρες δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Οι παλιοί μουζικάντες έπιναν πολύ και κάποιοι πέθαναν αλκοολικοί. Οι νεότεροι έπιναν λίγο, έτσι για να έρθουν στο κέφι, όπως λένε οι ίδιοι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
